Αλέξης Τσίπρας: Η εξέλιξη με τα F-35 αποτελεί εθνική ήττα που την χρεώνεται ο Έλληνας πρωθυπουργός
Ο πρόεδρος της ΕΛΑΣ Αλέξης Τσίπρας κατά τη διάρκεια συνέντευξης που παραχώρησε στο πλαίσιο του 30oύ Annual Government Roundtable του Economist ανέφερε: «Ο λόγος γέννησής μας ήταν να υπερβούμε ένα πολιτικό σκηνικό που αδυνατούσε να παίξει τον ρόλο του. Αποστασιοποιούμαστε, λοιπόν, από ένα πολιτικό σκηνικό με εγγενείς αδυναμίες, με στόχο να δημιουργήσουμε εκείνη τη δύναμη που θα μπορέσει να διεκδικήσει τη διακυβέρνηση του τόπου για την πολιτική αλλαγή, αλλά και για την αναγκαία αλλαγή πολιτικής».
Για το πολιτικό στίγμα της ΕΛΑΣ
Ερωτηθείς για τις συνεργασίες που προτίθεται να κάνει μετεκλογικά, ο Αλ. Τσίπρας, ξεκαθάρισε πως εφόσον έρθει το κόμμα του πρώτο θα επιδιώξει το σχηματισμό κυβέρνησης «μακράς πνοής και σταθερότητας στη βάση του προγράμματος» τους, και αν αυτό δεν καταστεί δυνατό θα πάει σε δεύτερες εκλογές, όπως έγινε το 2023.
Σε ό,τι αφορά την ευρωπαϊκή πολιτική οικογένεια στην οποία προτίθεται να ενταχθεί η ΕΛ.Α.Σ., επισήμανε ότι βάσει της ιδρυτικής διακήρυξής της φιλοδοξεί να αποτελέσει «ένα σημείο τομής σύγκλισης τριών διαφορετικών, διακριτών, ιδεολογικών και πολιτικών ρευμάτων στον ευρύτερο χώρο της αριστεράς, όχι όμως αντιπαραθετικών κατ’ ανάγκη, της σοσιαλδημοκρατίας, της ριζοσπαστικής αριστεράς και της πολιτικής οικολογίας». Όπως είπε, «τέτοια πολιτική οικογένεια δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο. Αυτό, βεβαίως, δεν αποκλείει την πιθανότητα κάποια στιγμή να σχηματιστεί».
Οξεία κριτική στην εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης
Σχετικά με τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής μετά και την πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, ο Αλ. Τσίπρας δήλωσε πως «δικαιώθηκε» η κριτική που ασκούσε στην κυβέρνηση, κάνοντας λόγο για «εθνική ήττα» που χρεώνεται ο Έλληνας πρωθυπουργός, όσον αφορά την εξέλιξη με τα F – 35. «Οι τελευταίες εξελίξεις γεννούν πολύ μεγάλες ανησυχίες. Ανησυχία και σε ό,τι αφορά την ευρωπαϊκή ασφάλεια, αλλά και σε ό,τι αφορά την εθνική ασφάλεια», είπε χαρακτηριστικά και συνέχισε:
«Έχω εδώ και πάρα πολύ καιρό καταθέσει δημόσια την έντονη διαφωνία μου με την στρατηγική της κυβέρνησης Μητσοτάκη στην εξωτερική πολιτική, που άφησε το δόγμα της πολυδιάστατης στρατηγικής εξωτερικής πολιτικής που ακολουθούσαν όλες οι κυβερνήσεις από το ’74 και μετά, για να υιοθετήσει ένα δόγμα ‘λευκής επιταγής’, του συμμάχου ο οποίος είναι έτοιμος να πει ναι σε όλα».
Καταλόγισε, μάλιστα, στον πρωθυπουργό ότι ιδιαίτερα με τις ΗΠΑ διαπραγματεύεται με βάση το «ιδιωτικό» πολιτικό όφελος και ότι μετέτρεψε «μια προσωπική ανασφάλεια σε εθνική ανασφάλεια».
Για τη διεθνή γεωπολιτική συγκυρία και την ΕΕ
Ο πρόεδρος της ΕΛ.Α.Σ. άσκησε δριμεία κριτική και στη στάση που κράτησαν συνολικά οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, οι οποίες «αδύναμες και χωρίς σαφή γεωπολιτικό προσανατολισμό δεν έχουν την τόλμη, τη γενναιότητα, να χαράξουν μια σαφή διπλωματική στρατηγική προς όφελος της ευρωπαϊκής ηπείρου», όπως «να ενισχύσουν την ευρωπαϊκή αυτονομία» και να διεκδικήσουν διπλωματικές λύσεις στην Ουκρανία, τη Γάζα ή την Κύπρο.
Ειδικότερα, στο θέμα της Ουκρανίας, υπογράμμισε ότι παρόλο που η χώρα προφανώς συντάσσεται με την ευρωπαϊκή οικογένεια στην στρατηγική της καταδίκης της Ρωσίας που παραβιάζει το διεθνές δίκαιο, ο ίδιος θα άφηνε «κάποιους διαδρόμους ανοιχτούς για την εξεύρεση διπλωματικής λύσης» και θα έθετε την Ελλάδα στις χώρες εκείνες που «δεν θα ήταν στο σκληρό πυρήνα της αντιρωσικής υστερίας».
«Η Ευρώπη κάποια στιγμή πρέπει να κοιτάξει το στρατηγικό της συμφέρον. Το στρατηγικό συμφέρον της Ευρώπης είναι η ειρήνη στην Ουκρανία. Είναι η διπλωματική επίλυση αυτής της κρίσης», τόνισε.
Οικονομικά: «Σύγκλιση με τον μέσο ευρωπαϊκό όρο»
Ερωτηθείς σχετικά με τις προτάσεις του για την φορολόγηση του πλούτου και των μερισμάτων και κατά πόσο κάτι τέτοιο θα στερούσε επενδύσεις από τη χώρα, υπογράμμισε την ανάγκη να υπάρχει «μια άλλη ισορροπία, δικαιότερη, στο φορολογικό σύστημα», παραπέμποντας σε στοιχεία του ΟΟΣΑ, σύμφωνα με τα οποία αυτήν την στιγμή στην Ελλάδα, υπάρχει «κατά 25% βαρύτερη φορολογία στη μισθωτή εργασία, απ’ ό,τι στο συσσωρευμένο πλούτο».
Αναφορικά με το Ταμείο Ανακάμψης, έκανε λόγο για μια από τις «μεγάλες χαμένες ευκαιρίες» να στηριχθεί η ανταγωνιστικότητα, να στηριχθούν οι δημόσιες υποδομές και το οικονομικό κράτος.
«Αν μπορεί να υπάρξει ένας εθνικός στόχος για την επόμενη δεκαετία, εγώ θα έλεγα ότι είναι στόχος της σύγκλισης. Ο στόχος της σύγκλισης με τον μέσο ευρωπαϊκό όρο. Να γίνουμε Ευρώπη, όχι μόνο να μείνουμε Ευρώπη», συμπλήρωσε.
«Είναι αίτημα και κοινωνική ανάγκη να πάμε σε αλλαγή πολιτικής. Και αυτό θα υπηρετήσουμε, και αυτό θα προσπαθήσουμε με κάθε τρόπο, κυρίως όμως μέσα από τη στήριξη του ελληνικού λαού, διότι αυτός αποφασίζει μέσα από την επιλογή της κάλπης», κατέληξε ο Αλ. Τσίπρας.
Δείτε σε βίντεο την τοποθέτησή του κ. Τσίπρα:
Σημεία από την τοποθέτηση του κ. Τσίπρα:
«Η ΕΛΑΣ δημιουργήθηκε, για να καλύψει το κενό ως προς έναν ισχυρό αντιπολιτευτικό έλεγχο, και με τη φιλοδοξία να αποκτήσει μια δυναμική ώστε στις επόμενες εκλογές, όποτε και αν λάβουν χώρα, να μπορέσει να διεκδικήσει τη διακυβέρνηση του τόπου στα ίσια από τη ΝΔ. Αυτή τη στιγμή κυριαρχεί η απογοήτευση στην ελληνική κοινωνία. Η ΕΛΑΣ έρχεται με πρόγραμμα, με σχέδιο, ως κυβερνώσα Αριστερά και όχι ως Αριστερά της διαμαρτυρίας. Ο λόγος γέννησής μας, ήταν να υπερβούμε ένα πολιτικό σκηνικό που αδυνατούσε να παίξει τον ρόλο του. Αποστασιοποιούμαστε, λοιπόν, από ένα πολιτικό σκηνικό με εγγενείς αδυναμίες, με στόχο να δημιουργήσουμε εκείνη τη δύναμη, που θα μπορέσει να διεκδικήσει τη διακυβέρνηση του τόπου, για την πολιτική αλλαγή, αλλά και για την αναγκαία αλλαγή πολιτικής», ανέφερε ο κ. Τσίπρας.
«Στην ιδρυτική μας διακήρυξη, μιλάμε για την φιλοδοξία να αποτελέσουμε ένα σημείο τομής σύγκλισης τριών διαφορετικών, διακριτών, ιδεολογικών και πολιτικών ρευμάτων, στον ευρύτερο χώρο της αριστεράς, όχι όμως αντιπαραθετικών κατ’ ανάγκην. Του ρεύματος της σοσιαλδημοκρατίας, της ριζοσπαστικής αριστεράς και της πολιτικής οικολογίας. Τέτοια πολιτική οικογένεια δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Αυτό, βεβαίως, δεν αποκλείει την πιθανότητα κάποια στιγμή να σχηματιστεί, όταν έρθει η ώρα – είναι μακριά ακόμα η ώρα των ευρωεκλογών, έχουμε μπροστά μας την μάχη των εθνικών εκλογών. Θα πάρουμε τις αποφάσεις μας, σε σχέση με την πολιτική οικογένεια στην οποία θα ανήκουμε», υπογράμμισε.
«Εμείς ερχόμαστε για να δημιουργήσουμε έναν ισχυρό πόλο, που θα διεκδικήσει τη νίκη απέναντι στη Νέα Δημοκρατία. Αν ο ελληνικός λαός, μας δώσει τη νίκη, τότε θα επιδιώξουμε, στη βάση του προγράμματός μας, να συγκροτήσουμε μια κυβέρνηση μακράς πνοής, και σταθερότητας. Αν αυτό δεν επιτευχθεί παρά τις προσπάθειές μας, θα πάμε και σε δεύτερες εκλογές. Όπως έγινε άλλωστε και το 2024. Μάλιστα χωρίς καν να προσπαθήσει ο κ. Μητσοτάκης: ενώ είχε 146 βουλευτές, πήγε σε δεύτερες εκλογές. Είναι αίτημα και κοινωνική ανάγκη να πάμε σε αλλαγή πολιτικής, κατά τη γνώμη μας. Και αυτό θα υπηρετήσουμε, και αυτό θα προσπαθήσουμε με κάθε τρόπο, κυρίως όμως μέσα από τη στήριξη του ελληνικού λαού, διότι αυτός αποφασίζει μέσα από την επιλογή της κάλπης», ξεκαθάρισε.
Για την παιδεία και την εισαγωγή στα πανεπιστήμια
«Σε λίγες μέρες θα ανακοινώσουμε αναλυτικά τις προτάσεις μας για τον τρόπο εισαγωγής στα πανεπιστήμια, και όλες αυτές οι απορίες που έχετε, νομίζω θα σας καλυφθούν. Το λύκειό μας, δυστυχώς, έχει γίνει ένας εξεταστικός προθάλαμος των ΑΕΙ, και οι Ελληνίδες και οι Έλληνες και τα ελληνικά νοικοκυριά, σύμφωνα με τις τελευταίες μελέτες και έρευνες, δαπανούν πάνω από 600 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο σε φροντιστήρια, κυρίως στις 3 τελευταίες τάξεις του λυκείου. Αυτό είναι μια στρέβλωση. Αυτή η στρέβλωση πρέπει να σταματήσει. Πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη μας, μια σειρά από μοντέλα εισαγωγής στη τριτοβάθμια εκπαίδευση σε όλη την Ευρώπη, να πάρουμε τις καλύτερες πρακτικές, και να διαμορφώσουμε μια πρόταση η οποία θα απαλλάσσει αυτή την ευαίσθητη ηλικία, τους νέους ανθρώπους, από αυτό το μεγάλο άγχος, από αυτό το μεγάλο φόρτο, που είδαμε ότι έχει και πολύ σημαντικές συναισθηματικές επιπτώσεις. Εμένα προσωπικά, με συγκλόνισε αυτή η είδηση δύο μήνες πριν, για δύο κορίτσια που έβαλαν τέρμα στη ζωή τους, διότι δεν μπορούσαν να αντέξουν αυτόν τον σκληρό ανταγωνισμό», τόνισε.
Για τα διεθνή ζητήματα και την εξωτερική πολιτική
«Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, αδύναμες και χωρίς σαφή γεωπολιτικό προσανατολισμό, δεν έχουν την τόλμη και τη γενναιότητα, να χαράξουν μια σαφή διπλωματική στρατηγική προς όφελος της ευρωπαϊκής ηπείρου: να ενισχύσουν την ευρωπαϊκή αυτονομία, γεωστρατηγική αυτονομία, να διεκδικήσουν την ειρήνη στην Ουκρανία, να διεκδικήσουν τη διπλωματική λύση για τα πυρηνικά στο Ιράν, να διεκδικήσουν τον τερματισμό της γενοκτονίας στη Γάζα, να διεκδικήσουν τη δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού. Βλέπουμε μια Ευρώπη και τους Ευρωπαίους ηγέτες να μην στέκονται στο ύψος των περιστάσεων», επισήμανε.
«Σε ό,τι όμως αφορά την Ελλάδα, θα ήθελα να πω ότι οι τελευταίες εξελίξεις γεννούν πολύ μεγάλες ανησυχίες. Ανησυχίες και σε ό,τι αφορά την ευρωπαϊκή ασφάλεια, αλλά και σε ό,τι αφορά την εθνική ασφάλεια. Έχω εδώ και πάρα πολύ καιρό, έχω καταθέσει δημόσια την έντονη διαφωνία μου με την στρατηγική της κυβέρνησης Μητσοτάκη στην εξωτερική πολιτική, που άφησε το δόγμα, της πολυδιάστατης στρατηγικής εξωτερικής πολιτικής που ακολουθούσαν όλες οι κυβερνήσεις από το ’74 και μετά, για να υιοθετήσει ένα δόγμα της “λευκής επιταγής”. Του συμμάχου ο οποίος είναι έτοιμος να πει ναι σε όλα. Η διαφορά μας με τον κ. Μητσοτάκη, είναι ότι εγώ πάντοτε διαπραγματεύτηκα για τα εθνικά συμφέροντα, και όχι για το ιδιωτικό πολιτικό όφελος. Σήμερα μια προσωπική ανασφάλεια μετατρέπεται σε εθνική ανασφάλεια, σε ανασφάλεια της χώρας. Αλλά δεν μπορεί να υπάρξει προοπτική σταθερότητας για τη χώρα, χωρίς εθνική ασφάλεια», δήλωσε.
«Δεν μπορεί στην εξωτερική πολιτική, να λειτουργούμε με βάση το ότι πρέπει να είμαστε υποτακτικοί, και ότι έτσι, με αυτόν τον τρόπο, θα μπορούμε να εξευμενίζουμε τις προθέσεις, και να ευελπιστούμε στην καλή διάθεση ενός ηγέτη. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, επειδή τον έχω γνωρίσει, πιστεύω ότι αξιολογεί πάρα πολύ θετικά, αυτούς που έχουν μια σταθερή στάση. Και τους ηγέτες οι οποίοι δεν κρύβονται, αλλά διεκδικούν. Και γι’ αυτό, σε ένα μεγάλο βαθμό, δείχνει να έχει και ένα θαυμασμό –ανησυχητικό για μας– απέναντι στον Ταγίπ Ερντογάν. Η Ελλάδα πού βρίσκεται; Αυτό το μεγάλο ερωτηματικό καταθέτω σήμερα, σε αυτή τη συζήτηση. Και λέω ότι δυστυχώς, κατά τη γνώμη μου, προκειμένου κάποιος να εξυπηρετήσει μια στρατηγική πρόσκαιρου πολιτικού οφέλους, θέτει σε κίνδυνο το εθνικό όφελος. Εγώ, έκανα το ακριβώς αντίθετο. Παραμέλησα εντελώς το δικό μου πολιτικό όφελος, γνωρίζοντας τι βάρος αναλαμβάνω στις πλάτες μου, για να λύσω ένα εθνικό θέμα που ταλάνιζε τη χώρα 30 χρόνια. Αυτή είναι η διαφορά», σημείωσε.
«Η Ρωσία είναι μια δύναμη η οποία ακολουθεί μια πολιτική αμφισβήτησης του διεθνούς δικαίου, αλλά δεν θα διέκοπτα κάθε διπλωματική σχέση με τη Ρωσία. Διότι υπάρχουν πολλά επίπεδα διπλωματικών επαφών. Προφανώς και θα συντασσόμουν με την Ευρωπαϊκή Οικογένεια στην στρατηγική της καταδίκης της Ρωσίας που παραβιάζει το διεθνές δίκαιο, αλλά θα άφηνα κάποιους διάδρομους ανοιχτούς για την εξεύρεση διπλωματικής λύσης, και θα έθετα την Ελλάδα στις χώρες εκείνες που δεν θα ήταν στο σκληρό πυρήνα της αντιρωσικής υστερίας, αλλά σε εκείνες τις χώρες που θα μπορούσαν κάποια στιγμή, να ανοίξουν τα μονοπάτια του διαλόγου. Αυτό που καταθέτω, όμως, στο τραπέζι του δημόσιου διαλόγου, είναι ότι η Ευρώπη κάποια στιγμή πρέπει να κοιτάξει το στρατηγικό της συμφέρον. Το στρατηγικό συμφέρον της Ευρώπης είναι η ειρήνη στην Ουκρανία. Είναι η διπλωματική επίλυση αυτής της κρίσης», είπε ο πρώην πρωθυπουργός.
Η συζήτηση για τα ζητήματα της οικονομίας
Όσον αφορά τη φορολογία, δήλωσε: «Πρέπει να υπάρχει μια άλλη ισορροπία, δικαιότερη, στο φορολογικό σύστημα. Το λέει ο ΟΟΣΑ, ότι αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα, έχουμε κατά 25% βαρύτερη φορολογία στη μισθωτή εργασία, απ’ ό,τι στο συσσωρευμένο πλούτο. Και αυτό θέλει μια ισορροπία».
«Όταν εγώ έφυγα, από το Μαξίμου το 2019, ο μέσος μισθός στην Ελλάδα ήταν 83% πάνω από τον μέσο μισθό στη Βουλγαρία. Σήμερα είναι μόλις 17% πάνω από αυτόν. Δηλαδή, βλέπουμε ότι οι χώρες που τις θεωρούσαμε πολύ χαμηλότερα από εμάς, μας έχουν φτάσει. Και εμείς έχουμε απομακρυνθεί από τον μέσο ευρωπαϊκό μισθό. Άρα, αν μπορεί να υπάρξει ένας εθνικός στόχος για την επόμενη δεκαετία, εγώ θα έλεγα ότι είναι στόχος της σύγκλισης. Ο στόχος της σύγκλισης με τον μέσο ευρωπαϊκό όρο. Να γίνουμε Ευρωπαίοι, όχι μόνο να μείνουμε Ευρωπαίοι», προσέθεσε.
«Η οικονομική μας πολιτική έχει τρεις βασικούς πυλώνες: ο πρώτος είναι η στήριξη του κοινωνικού κράτους, διότι πιστεύω ότι αυτό αποτελεί ευθύνη μιας πολιτείας. Να στηρίζει τη δημόσια παιδεία, τη δημόσια υγεία, τις υποδομές, την ασφάλεια. Να ανταποδίδει, δηλαδή, στον πολίτη την φορολογική του στήριξη. Ο δεύτερος πυλώνας είναι ο πυλώνας της φορολογικής δικαιοσύνης. Δηλαδή, να μοιράζουμε τα βάρη με δικαιοσύνη. Και ο τρίτος πυλώνας είναι ο πυλώνας της δημοσιονομικής σταθερότητας. Και οι τρεις αυτοί πυλώνες είναι κρίσιμοι. Κάθε πρόταση που θα ακούτε από εμάς, θα είναι πρόταση που θα έχει σαφή κοινωνική στόχευση, θα μοιράζει τα βάρη δίκαια, και θα είναι κοστολογημένη», συμπλήρωσε.